Ο εκβιασμός του πρωθυπουργού, η αριστερά και η αποχή ως… επαναστατική πράξη!

Της Ντίνας Πεταλά-Παπασπυροπούλου

 

Είναι απίστευτο και δεν μας αφήνει καμία αμφιβολία για το πόσο εύκολα μπορεί ο Πρωθυπουργός άλλα να λέει σήμερα και άλλα αύριο.

Από το προεκλογικό «λεφτά υπάρχουν» φτάσαμε στην υπαγωγή στο, εξευτελιστικό για τη χώρα και εξοντωτικό για το λαό, καθεστώς του μνημονίου με το ΔΝΤ και την Ε.Ε.

Δεν ήξερε, λέει, τότε. Μετά έμαθε την αλήθεια! Ανυποψίαστος ο ηγέτης!

Από την επικοινωνιακή αντιμετώπιση, εκ μέρους του, των Δημοτικών και Περιφερειακών εκλογών, από την πολιτική απονεύρωσή τους, από την πλαστογράφηση της σημασίας τους ως κεντρική πολιτική αναμέτρηση, φτάσαμε στις χοντροκομμένες προεκλογικές υποσχέσεις για έκτακτη οικονομική βοήθεια 100 έως 300 ευρώ στους χαμηλοσυνταξιούχους, αφού πρώτα τους απομύζησε και σε πακέτα βοήθειας σε εργοδοτικά μεσοστρώματα που έχει στοχοποιήσει με την πολιτική του.

Λεφτά βρέθηκαν! 2,6 δισ. «κατά της ανεργίας» εξήγγειλε ο πρωθυπουργός για την προεκλογική εκστρατεία και τη διάσωση του κυρίου Σγουρού, του κυρίου Καμίνη, του κυρίου Μπουτάρη, του κυρίου Κατσιφάρα (ναι, αυτού που ακόμη και το Εργατικό Κέντρο Πάτρας κήρυξε ως ανεπιθύμητο όταν ψήφισε το μνημόνιο και το αντεργατικό-αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο ως βουλευτής και εκπρόσωπος της κυβέρνησης).

Από το περίφημο «Δεν με ενδιαφέρει το πολιτικό κόστος, αρκεί να σώσω τη χώρα», φτάσαμε στον ωμό εκβιασμό μέσω της περίφημης διακαναλικής «συνέντευξής» του και τις απειλές για ανώμαλες λύσεις και δραπέτευσή του από την εξουσία μέσω πρόωρων εκλογών.

Ο πρωθυπουργός δεν μετατόπισε απλώς την αντιπαράθεση. Άλλαξε ολόκληρο το εκλογικό του σχέδιο. Γιατί λάθεψαν οι εκτιμήσεις. Η φθορά είναι εκτενέστερη. Οι σχεδιαζόμενες μετεκλογικές ισορροπίες βγαίνουν εκτός τροχιάς και οι ελπίδες της κυβέρνησης για μακροημέρευση ματαιώνονται. Είναι φανερό ότι θα συνεχίσει και θα κλιμακώσει τον εκλογικό εκφοβισμό ο πρωθυπουργός.

Και ο λαός; Ο λαός θα αντέξει όλα αυτά; Θα μπορέσει να σταθεί όρθιος μέσα στη φτώχεια, την ανεργία, την υποτέλεια στους ξένους και την τρόικα;

Ιδού η ευθύνη της Αριστεράς. Η Αριστερά οφείλει να δώσει στόχους, όραμα και αισιοδοξία σε ένα λαό που επιχειρούν να τον καθυποτάξουν. Αλλά αυτή περί άλλων τυρβάζει. Η κρίση και η διαλυτικότητα δεν αφορούν μόνο στο εσωτερικό της αλλά και στην αντιπολιτευτική της γραμμή.

– Το πιο συμπαγές κομμάτι της θέλει μια καθαρή κομματική καταγραφή και περιχαρακώνεται σαν να μην συμβαίνει τίποτα σπουδαίο. Αρνείται ένα αναγκαίο πρόγραμμα για κοινή δράση.

– Η «Δημοκρατική Αριστερά» προσχωρεί χωρίς προσχήματα στο αστικό πολιτικό στρατόπεδο, άλλωστε για αυτό ιδρύθηκε. Για αυτό οι εκπρόσωποί της όπως ο κύριος Τσούκαλης, δεν παρέδωσαν τη βουλευτική τους έδρα στον κόσμο που τους ψήφισε και αγωνίστηκε για αυτή, σαν να πρόκειται για κληρονομιά τους και προσωπικούς ψήφους από βαφτιστήρια και κουμπάρους! Ποιο ήταν το κίνητρο για αυτή την άκρως αντιδημοκρατική, πολιτικά ανέντιμη, και προπαντός ξένη για την Αριστερά πρακτική τους; Η βουλευτική αποζημίωση, η αλαζονεία, η περιφρόνηση για τη θέληση του κόσμου της Αριστεράς; Ότι και να είναι, απλά επιβεβαιώνει στη συνείδηση του λαού το πολυδιαφημιζόμενο «όλοι είναι ίδιοι».

Είναι μέσα-έξω στο μνημόνιο με λογική κυβερνητικής διαχείρισης.

Αυτάρεσκα δήλωνε ότι επέβαλε στον πρωθυπουργό τη στήριξη της «ανεξάρτητης» υποψηφιότητας του κυρίου Καμίνη για τον Δήμο Αθήνας.

Προσπάθησε να πείσει ότι το μνημόνιο και η πολιτική της κυβέρνησης είναι αντικείμενο άλλων εκλογών και αμήχανη παρακολουθεί τώρα τον συνεταίρο πρωθυπουργό να κάνει φύλλο φτερό όλη αυτή την προσπάθειά της.

– Η υπόλοιπη αντιμνημονιακή Αριστερά αντί να συστρατευτεί στις καλλικρατικές εκλογές, κοιτάει το δέντρο και χάνει το δάσος. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Περιφέρειας Αττικής. Με τους τουλάχιστον πέντε υποψήφιους αριστερούς περιφερειάρχες, και άκρως αποκαλυπτική.

– Μέσα σε όλα αυτά μας προέκυψε και η Αριστερά της αποχής, της διεύρυνσης του πολιτικού κενού.

Εξωκοινοβουλευτικοί σχηματισμοί και οργανώσεις της Αριστεράς που μάλιστα αυτοπροσδιορίζονται ως αντικαπιταλιστικές, αντιμπεριαλιστικές κτλ. Καλούν τον λαό και την εργατική τάξη σε αποχή! Εμφανίζουν ως επαναστατική πράξη την αποχή.

Λέτε και ευρισκόμαστε σε προεπαναστατική κατάσταση, με τον λαό και τη νεολαία να κατακλύζει τους δρόμους και τις πλατείες της χώρας, και επομένως δεν είναι απαραίτητο να εμπλακούμε και στις αστικές εκλογές.

Λέτε και δεν υπάρχει η αναγκαιότητα να οικοδομήσουμε γέφυρες και να ανοίξουμε διαύλους επικοινωνίας ανάμεσα στις δυνάμεις της αριστεράς και της εργασίας και μάλιστα όχι μόνο στις οργανωμένες δυνάμεις της αλλά και στους οργανωτικά ανένταχτους ανθρώπους της.

Λέτε και δεν είναι επειγόντως αναγκαίο να αποκτήσει το εργατικό κίνημα ιδεολογική πολιτική και οργανωτική αυτοτέλεια.

Η αποχή, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, είναι η χειρότερη επιλογή, απαράδεκτη όχι μόνο για κάθε αριστερό αλλά και για κάθε σκεπτόμενο Έλληνα πολίτη.

Προδίδει δειλία, ανασφάλεια, έλλειψη πατριωτισμού, υποταγή άνευ όρων στον ξένο κατακτητή. Ο σκεπτόμενος πολίτης και όχι μόνο ο αριστερός έχει χρέος να δείξει στην τρόικα και το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ότι είναι αποφασισμένος να αντισταθεί. Με όποιο κόστος, με όποιες θυσίες και με κάθε τρόπο. Ακόμα και μέσα από τις εκλογές.

Οι παλαιότεροι αγωνιστές που αποσύρθηκαν σπίτι μέσα από τις απογοητεύσεις και τις περιπέτειες της Αριστεράς των τριών περίπου τελευταίων δεκαετιών, οφείλουν τώρα να ενεργοποιηθούν.

Οι νέοι που έμαθαν να μην πιστεύουν σε τίποτα, ούτε στη δική τους δύναμη, καλούνται να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους αποφασιστικά.

Δε χρειάζεται να χτυπήσουν άλλες καμπάνες για να πάρουμε θέση σε ό,τι γίνεται γύρω μας και με ό,τι υλικό υπάρχει διαθέσιμο, ανεξάρτητα από ό,τι λάθη έχουν γίνει. Δεν μπορούμε να μένουμε σε αυτά και να παραμένουμε στην ακινησία. Στο κάτω-κάτω, παρά το βαθύτατο προβληματισμό μας για όσα αρνητικά συμβαίνουν στην Αριστερά, δεν μπορεί να εξισωθούν και να τηρηθεί η πολιτική ίσων αποστάσεων ανάμεσα στους εκλεκτούς της αντεργατικής κυβέρνησης και τους εκπροσώπους της αντιδραστικής Δεξιάς με τους υποψήφιους της Αριστεράς.

Πολύ περισσότερο δεν μπορούν να εξισωθούν με τους εκπροσώπους του συστήματος και τους υποστηρικτές του αντιδραστικού Καλλικράτη, προοδευτικές ριζοσπαστικές και γνήσια αγωνιστικές λαϊκές κινήσεις και συσπειρώσεις που παρεμβαίνουν και στις καλλικρατικές εκλογές και που γεννήθηκαν στη διάρκεια των σημαντικών πολιτικών αγώνων όλης της προηγούμενης πολιτικής περιόδου. Οι όροι «ρουφιάνοι», «προδότες», «υπηρέτες του συστήματος» δεν μπορεί να συνεχίζουν να αποδίδονται σε ανθρώπους που αγωνίστηκαν, με λάθη ή χωρίς, και συνεχίζουν να αγωνίζονται και σήμερα με τις πιο αντίξοες συνθήκες.

Η αντίσταση όλων των ενεργών πολιτών που δεν αποδέχονται τη θέση του παθητικού θεατή και δεν τρομοκρατούνται από την πλύση εγκεφάλου των ΜΜΕ είναι η δύναμή τους.

Το μεγάλο στοίχημα είναι η μετατροπή της υπαρκτής οργής του λαού σε δύναμη αντίστασης και αγώνα, τόσο στην κάλπη όσο και πολύ περισσότερο μετά τις εκλογές. Δεν είναι η παραίτηση, η ακόμα μεγαλύτερη απογοήτευση, η ηττοπάθεια και ο φόβος στα οποία σπρώχνει η προτροπή για αποχή.

Αποχή από πού; Από το δικαίωμα στη ζωή; Από τον αγώνα για την αξιοπρέπειά μας;

Πότε τα ποσοστά αποχής έδωσαν ανάσα στους λαϊκούς αγώνες;

Την αποχή τη θέλουν τα αστικά κόμματα, όταν δεν μπορούν να χειραγωγήσουν τη λαϊκή αγανάκτηση και κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα ευρύτερο και αποτελεσματικότερο μέτωπο πάλης και αγώνα.

Την επιδιώκουν για να εμποδίσουν την υπεράσπιση της αγωνιστικής ενότητας του εργατικού και λαϊκού κινήματος, την ανάδειξη εν τέλει μιας δημοκρατικής, προοδευτικής, αντιφιλελεύθερης διεξόδου.

Ο καθένας έχει την ευθύνη του.

«Όσοι ανείπωτα πονάτε

βλέποντας τη χαμένη σας πατρίδα

να την πουλάνε, να την αγοράζουν

για το χρυσάφι, για το αίμα

εγερθείτε.

Είστε πολλοί, είναι λίγοι»

Σέλεϊ