Παρουσίαση του βιβλίου «Ο κύκλος των «μάταιων» πράξεων» από την Αντίσταση Πολιτών

vivlio-tzokas1Η Αντίσταση Πολιτών Δυτικής Ελλάδας, σε συνεργασία με τις εκδόσεις «Εύμαρος», πήρε την πρωτοβουλία και παρουσίασε το βιβλίο του αντιπεριφερειάρχη Δυτικής Αττικής Σπύρου Τζόκα «Ο κύκλος των «μάταιων» πράξεων» στην Πάτρα, στο Αγρίνιο και στη Ναύπακτο.

«Ο κύκλος των «μάταιων» πράξεων» είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα με φόντο τη ζωή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, ο οποίος είναι ένας από τους 200 αγωνιστές που εκτελέστηκε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944.

Ακολουθούν οι ομιλίες κατά την παρουσίαση που πραγματοποιήθηκε στην Πάτρα, την Παρασκευή 13 Μαρτίου.

Η ομιλία του Βασίλη Χατζηλάμπρου

[vimeo 122192061]

Η ομιλία του συγγραφέα Σπύρου Τζόκα

[vimeo 122334086]

Η ομιλία της φιλολόγου Βάσως Σιμάκη

vivlio-tzokasΘα ήθελα να ευχαριστήσω πολύ για την τιμή που μου έγινε να μιλήσω για το ιστορικό αυτό μυθιστόρημα του Σπύρου Τζόκα, ένα βιβλίο που κι εγώ με τη σειρά μου επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα προηγούμενων αναλυτών, είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί. Σε αυτό συμβάλλει ιδιαίτερα η γλώσσα που έχει χρησιμοποιήσει ο συγγραφέας η οποία είναι σύγχρονη, απλή, και καθημερινή χωρίς ιδιωματισμούς που να δυσκολεύουν τον αναγνώστη. Χωρίς να χρειαζόμαστε καμία γλωσσική επεξήγηση, μένουμε προσηλωμένοι στην ουσία και το περιεχόμενο του κειμένου, εστιάζοντας στο πολιτικό επίδικο χωρίς να βγαίνουμε σε κανένα σημείο εκτός ροής.

Πιάνοντας από την πρώτη στιγμή στα χέρια μου το βιβλίο, μου δημιουργήθηκε η απορία στον τίτλο, γιατί το μάταιων ήταν μέσα σε εισαγωγικά, ένα ερώτημα που απαντήθηκε από τις πρώτες σελίδες της ανάγνωσης: αυτές οι πράξεις φαινομενικά ήταν μάταιες ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για πράξεις ιδιαίτερα σημαντικές και ουσιαστικές στον αγώνα των ανθρώπων για τις αξίες τους, και εν προκειμένω για την ελευθερία και τη δημοκρατία. Το στοίχημα για όλους μας θα είναι όχι να σταματήσουν αυτές οι μάταιες πράξεις, αλλά να μην κλείσει ποτέ αυτός ο κύκλος, γιατί έτσι θα κλείσει και ο κύκλος των ανθρώπων που παλεύουν ενάντια σε όλες τις αντιξοόητες, των ανθρώπων που αγωνίζονται και διεκδικούν καθημερινά χωρίς να επαναπαύονται σε μια βολεμένη και ‘ήσυχη’ ζωή.

Το βιβλίο αυτό καταπιάνεται με τη ζωή ενός ανθρώπου, ενός ιστορικού προσώπου, τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη γεννημένο το 1909 στην Τρίγλια της Προύσας, ενός νέου άντρα που έζησε ‘μισή ζωή’ και λεηλατημένη εξαιτίας των συνθηκών που βίωσε αλλά κυρίως εξαιτίας και των δικών του ‘μάταιων’ πράξεων που κατέληξαν στη ‘μάταιη’ θυσία του. Ενός κομμουνιστή που πάλεψε από νεαρή ηλικία για την ελευθερία και τη δημοκρατία του τόπου του, αξίες που τον οδήγησαν στην εξορία, τη φυλακή και τέλος στο θάνατο. Αυτόν τον άνθρωπο επιλέγει ο συγγραφέας να μας γνωρίσει και μέσα από τα δικά του μάτια να τον ακολουθήσουμε σε όλη την πορεία της σχετικά σύντομης ζωής του.

Στις 48 ενότητες του βιβλίου μεταφερόμαστε μαζί με τον ήρωα σε διάφορες τοποθεσίες και χρονικές περιόδους.

Ο συγγραφέας μας τοποθετεί στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου-ένα στρατόπεδο της μεταξικής περιόδου που το χρησιμοποίησαν από το Σεπτέμβρη του ’43 μέχρι την αποχώρησή τους οι Γερμανοί φασίστες, και από το οποίο υπολογίζεται ότι πέρασαν πάνω από 21.000 χιλιάδες ψυχές- , την παραμονή της Πρωτομαγιάς του 1944, όπου ο ήρωας είναι κρατούμενος και περιμένει την εκτέλεσή του το επόμενο πρωί. Λίγες ώρες πριν την εκτέλεσή του, ο Ναπολέων εισέρχεται σε έναν κυκεώνα αναμνήσεων. Ετοιμάζοντας τα πράγματά του για το πιθανό αιώνιο ταξίδι του θυμάται τα αγαπημένα του πρόσωπα, τη μητέρα του που ο χαμός της τον πόνεσε απίστευτα, τον πατέρα του, την αρραβωνιαστικιά του τη Χαρά και τους υπόλοιπους ανθρώπους που τον σημάδεψαν. Αντιπαραβάλλοντας τα φρικτά βασανιστήρια της φυλακής με το ‘βασανιστήριο’ της μεσημεριανής νηστείας-που στα μάτια του πλέον φαντάζει αστείο- που τους επέβαλλε ο δάσκαλός του στο σχολείο πίσω στη Μ. Ασία, ξεκινά η ανάδρομη αφήγηση του ήρωα, πηγαίνοντας πίσω στα παιδικά του χρόνια και μεταφέροντάς μας στην Τρίγλια όπου γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα του χρόνια. Με ιδιαίτερα ζωντανό τρόπο και έντονο το διαλογικό στοιχείο, ο ήρωας ανατρέχει, κι εμείς μαζί του, στο παρελθόν και στα ευτυχισμένα παιδικά του χρόνια στο χωριό του, περιγράφοντας τη ζωή, την οικογένεια, τον περίγυρο. Ευτυχισμένα χρόνια μέχρι τη στιγμή που τα πρώτα σύννεφα εμφανίζονται για το ελληνικό στοιχείο της Μ. Ασίας γύρω στο 1914, όπου ξεκινά η ανθελληνική προπαγάνδα με όργανο την Οθωμανική Αυτοκρατορία και βασικό ενορχηστρωτή τη Γερμανία, που στα πλαίσια της επεκτατικής της πολιτικής και της οικονομικής της διείσδυσης στην Αυτοκρατορία δεν ήθελε μειονοτικές ομάδες να την αντιπαλεύουν. Η έξαρση του εθνικισμού μέσω της παραπληροφόρησης, ήταν μέρος της στρατηγικής που ακολουθήθηκε για την δικαιολογημένη αργότερα εξόντωση των πληθυσμών.

Διαβάζοντας αυτές τις διηγήσεις αναγνωρίζουμε παρόμοιες μεθόδους με αυτές που ακολουθούνται και σήμερα, για το πώς δηλαδή οι άνθρωποι, τα έθνη και οι κοινωνικές ομάδες μπορούν εύκολα να χειραγωγηθούν και να χρησιμοποιηθούν από ένα σύστημα προς όφελός του. Αντιλαμβανόμαστε από τα ιστορικά γεγονότα που γνωρίζουμε, πώς ο κοινωνικός αυτοματισμός και ο εθνικισμός τόσο εύκολα μπορούν να λειτουργήσουν ενάντια στις αρχές της ελευθερίας, της αυτοδιάθεσης των λαών και της δημοκρατίας. Αναπόφευκτα ο αναγνώστης κάνει τη σύνδεση του καθεστώτος τρομοκρατίας εκείνης της εποχής με το σήμερα, παρά τις διαφορές στις συνθήκες και τα επίδικα.

Ο Ναπολέων κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο, επιστρέφει στις ευτυχισμένες στιγμές που αναδύονται από τη μνήμη του, στην αθωότητα, στον αγαπημένο του χαλβά της μητέρας του και τα νερά της Προποντίδας. Αυτή την τελευταία δύσκολη νύχτα τα συναισθήματα του ήρωα εναλλάσσονται και οι αναμνήσεις γίνονται επώδυνες. Ο πόνος, η θλίψη , η νοσταλγία, δίνουν ανά διαστήματα τόπο στην οργή , στο θυμό και τη δίψα για εκδίκηση. Μια εκδίκηση όμως που μοιραία γνωρίζει ότι δεν θα προλάβει να την πάρει ο ίδιος και αναρωτιέται για το αν θα βρεθεί κάποιος σύντροφος-συγκρατούμενος να την πάρει ή αν υπάρχει κάποια ανώτερη δύναμη, μια θεία δίκη που θα τιμωρήσει τους βασανιστές στο όνομα της λαϊκής δικαιοσύνης. Παρόλα όμως τα αρνητικά συναισθήματα, η ελπίδα του παραμένει άσβεστη, οι φασίστες Έλληνες και ξένοι μπορεί να του ξερίζωσαν τη ζωή αλλά δεν κατάφεραν να του ξεριζώσουν και την ψυχή.

Παρακολουθούμε με ιδιαίτερη συγκίνηση την αδυναμία του ανθρώπινου μυαλού του να εξηγήσει την αιτία όλων αυτών, πώς είναι δυνατόν η σκληρότητα να φτάνει σε τόσο ακραία φαινόμενα. Ο ήρωας δυσκολεύεται να πιστέψει ότι κάποια ανθρώπινα μυαλά έχουν συλλάβει ένα τέτοιο σχέδιο και το υλοποιούν με τέτοια ακρίβεια πάνω τους. Ενθυμούμενος τις ευτυχισμένες στιγμές που έζησε, τους ανθρώπους που περιτριγυρίστηκε, τις εικόνες που είδε, δυναμώνει το αίσθημα της νοσταλγίας του για όλα αυτά και αυξάνεται ο θυμός του και η οργή για όλα όσα υπέστη και όλα αυτά που του στέρησαν. Μέσα από τις συγκινητικές του περιγραφές, φανταζόμαστε τη χαμένη πατρίδα του ήρωα, τα ήθη και τα έθιμα μιας ολόκληρης κοινωνίας που εξαναγκάστηκε αργότερα στην εξορία. Ο ‘γούρικος’ λόγω της χρονολογίας γέννησής του Ναπολέων, σε ηλικία 5 ετών παίρνει το δρόμο της πρώτης του εξορίας από τον τόπο του, την πορεία θανάτου προς τα ενδότερα της Μ. Ασίας, στα πλαίσια του υποκινημένου από τους Γερμανούς βίαιου εκτοπισμού του ελληνικού στοιχείου και αφανισμού του από την Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία έπρεπε να δώσει τα διαπιστευτήριά της στην υπερδύναμη των Κεντρικών Δυνάμεων μπαίνοντας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της.

Στη συνέχεια παρακολουθούμε την επάνοδο των πρώτων προσφύγων και τη φαινομενικά μόνιμη επιστροφή στις εστίες τους από την εξορία. Τίποτα όμως δεν είναι πια το ίδιο και το βλέπουμε μέσα από τις ιστορικές εξελίξεις που ακολουθούν και τα ποικίλα συναισθήματα που προκαλούν στα διάφορα πρόσωπα, μάρτυρας των οποίων είναι και ο μικρός Ναπολέων. Περιγράφονται μέσα από τις διάφορες προσωπικότητες που περιτριγυρίζουν τον ήρωα οι διαφορετικές αντιλήψεις του δασκάλου με εθνικιστικές εξάρσεις, του ουδέτερου και συγκρατημένου πατέρα του Ναπολέοντα, του υποψιασμένου και ανήσυχου κυρ Παντελή, ενός ανθρώπου που επηρέασε ιδιαίτερα την προσωπικότητα του Ναπολέοντα με τις προοδευτικές του ιδέες, και της απαισιόδοξης μητέρας του που φοβάται ότι το μέλλον θα είναι δυσοίωνο για την οικογένεια και το χωριό της. Μέσα από τα μάτια αυτών των ανθρώπων βλέπουμε τα ιστορικά γεγονότα να εκτυλίσσονται και πώς όλα αυτά αξιολογούνται από λαϊκούς ανθρώπους, Έλληνες και Τούρκους.

Με ιδιαίτερα έντονο τρόπο που είναι σαν να το βλέπουμε μπροστά μας, περιγράφονται οι εικόνες της ανυπομονησίας των κατοίκων, η ελπίδα τους για ένωση με την Ελλάδα, η αγωνία τους για τις εξελίξεις. Περιγράφονται τα περιστατικά βίας από πλευράς Ελλήνων στρατιωτών και την προσπάθεια επιβολής του κάθε φορά ισχυρού στον αδύναμο, ξεχνώντας και ο ίδιος ότι έχει βρεθεί σε αδύναμη θέση ότι έχει υποστεί τα δεινά που τώρα προκαλεί, υποδαυλίζοντας το φανατισμό, τη μισαλλοδοξία. Τα άγρια ένστικτα που ξυπνά στους ανθρώπους  ο πόλεμος τρομάζει τον ήρωα και ξυπνά μαζί με αυτά ο φόβος και η ανησυχία.

Με νηφαλιότητα, σε μια καθόλου νηφάλια στιγμή του-λίγο πριν το απόσπασμα-, ο ήρωας περιγράφει τα αντικρουόμενα συναισθήματα, την εγκύτητα του θριάμβου και της καταστροφής, την αβεβαιότητα για την έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας και τη ρευστότητα των πραγμάτων, την ανισχυρότητα των λαών μπροστά στη στρατηγική των ισχυρών. Η θλιβερή αντίληψη των ανθρώπων για την εύθραυστη συνθήκη των Σεβρών, για τα δραματικά παιχνίδια των ισχυρών στις πλάτες τους. Η φωνή της επαγρύπνισης του κυρ Παντελή και η πικρή δικαίωση των σκέψεών του για το υπερφιλόδοξο και επεκτατικό εγχείρημα του Βενιζέλου έρχεται, μαζί με την διάψευση των ελπίδων μιας ολόκληρης κοινότητας. Ο φόβος και το αδιέξοδο ενός ακόμα εκτοπισμού ταλανίζει τους ανθρώπους. Αυτά θυμάται ο ήρωας και λυγίζει με αποστροφές του λόγου του, πνιγμένος από το άδικο που βίωσε, και εξουθενωμένος από τις κακουχίες, θέλει πια να γυρίσει πίσω στον τόπο του όταν όλα ήταν τόσο όμορφα και τίποτα δεν προμήνυε την επερχόμενη καταστροφή. Τότε που τα συμφέροντα του ισχυρού δεν απειλούσαν και συμβίωναν όλοι αρμονικά μεταξύ τους.

Παρακολουθούμε στη συνέχεια την ανασφάλεια των κατοίκων, τα άσχημα μηνύματα που έρχονται από παντού και τη προδιαγεγραμμένη τραγωδία. Η προσφυγιά και πάλι στο κατώφλι της ζωής τους, η αγωνία, ο πανικός, η πολιτική αναλγησία και η στρατιωτική βαρβαρότητα, αναγκάζουν τους κατοίκους να αναζητήσουν ένα τρόπο διαφυγής. Στον εσωτερικό του μονόλογο ο ήρωας ξαναζεί τις δραματικές αυτές στιγμές, ξανάρχεται στα αυτιά του το ουρλιαχτό της απόγνωσης, το βουητό του ανθρώπινου πόνου, όπως περιγράφει και ο ανταποκριτής τότε Χεμινγουέι στα ρεπορτάζ του στο εξωτερικό από τη Σμύρνη που βρισκόταν. Αυτές οι αναμνήσεις στοίχειωσαν από εκείνη τη στιγμή το μυαλό και την καρδιά όλων αυτών των ανθρώπων που γλίτωσαν από το θάνατο και πήραν βίαια το δρόμο της προσφυγιάς. Και αυτή η ανάμνηση στοιχειώνει και τον ήρωά μας τις τελευταίες του στιγμές, ο οποίος σε ένα ονειρικό παραλήρημα μπλέκει τα βιώματα και τα πρόσωπα του παρελθόντος με το άγριο παρόν που ζει.

Και ακολουθούμε τον ήρωα και την οικογένεια του στη νέα τους τοποθεσία στο Ηράκλειο, όταν κάθε τους ελπίδα έχει διαψευστεί και προσπαθούν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τη δύσκολη καθημερινότητα αλλά και το ρατσισμό των ανθρώπων που τους υποδέχονται. Παρά τις δυσκολίες, η προσήλωσή τους στην ελπίδα δίνει κουράγιο για επιβίωση και δημιουργία. Στο σημείο αυτό του κειμένου υμνείται η δύναμη του ανθρώπου να μην σκύβει το κεφάλι και να μην παραιτείται, καταφέρνοντας να χτίσει και πάλι από το μηδέν τη ζωή του. Η ανήσυχη φιγούρα του κυρ Παντελή δίνει τη θέση του στην εξίσου ανήσυχη του κυρ Γιώργου, που αμφισβητεί τις πολιτικές αποφάσεις του Βενιζέλου, που απογοήτευσε αρκετούς ανθρώπους που τον είχαν πιστέψει.

Κι έρχεται στη συνέχεια ο λιγότερο επώδυνος αποχωρισμός, για σπουδές στο Ηράκλειο. Η φοίτηση του Ναπολέοντα στην Εμπορική Σχολή, οι επιδόσεις του, ο καλός του χαρακτήρας, η ευφυία του, το ήθος, οι γνώσεις του, η βαθιά του πίστη στον άνθρωπο, που έχει σαν αποτέλεσμα την πολιτική του συγκρότηση και την ένταξή του στην Αριστερά. Επόμενο σημείο καμπής αποτελεί πλέον η επάνοδος του Βενιζέλου μετά τις εκλογές του 1928 και η οικονομική κρίση του ’29 που έρχεται γρήγορα στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Από αυτό το σημείο ξεκινούν οι αγώνες για το Ναπολέοντα, οι ‘μάταιες’ πράξει που θα καθορίσουν και την πορεία του. Αντί να επιλέξει μια εύκολη ζωή, επιλέγει την ένταξη στην ΟΚΝΕ (ιδρύεται το ’22, η πρώτη οργάνωση Νεολαίας του ΣΕΚΕ και μετά του ΚΚΕ, το ’43 διαλύεται και γίνεται η ΕΠΟΝ) και την επιστροφή για ανώτερες οικονομικές σπουδές στο Ηράκλειο. Στη συνέχεια παίρνει το δρόμο για την Ιεράπετρα για μια δουλειά λογιστή σε εταιρεία. Δύο σημαντικά γεγονότα σημαδεύουν τη ζωή του: ο θάνατος του φίλου του Μανώλη και η γνωριμία του με τη διανοούμενη κομμουνίστρια Μαρία, που αποτελεί πηγή έμπνευσης για τον ήρωα. Οι αρχές του Ναπολέοντα, οι αγωνίες του και οι αξίες του για μια δίκαιη και ηθική κοινωνία τον εμπνέουν για τις πρώτες του συγγραφικές προσπάθειες. Προσπαθώντας να συνθέσουμε την προσωπικότητα του Ναπολέοντα, θα πρέπει να περιγράψουμε έναν πολυσχιδή άνθρωπο, πολύγλωσσο, δημοκράτη αγωνιστή, που στα 24 δούλευε ως λογιστής σε εταιρεία, αρθρογραφούσε εβδομαδιαίως στην εφημερίδα, οργάνωσε τον πρώτο πυρήνα της Αριστεράς στην Ιεράπετρα, και τη νεολαία κατά της Παλινόρθωσης της μοναρχίας, στην οποία ήταν και πρόεδρος.

Η επόμενη σημαντική στιγμή έρχεται όταν γνωρίζει και ερωτεύεται κεραυνοβόλα την αδερφή της Μαρίας, τη Χαρά, μαθήτρια ακόμα, και ανάμεσά δημιουργείται μια τεράστια αγάπη άνευ όρων. Η κρίση οδηγεί τους ανθρώπους να οργανωθούν σε σωματεία και συνδικάτα, αλλά οδηγεί και το σύστημα, εν προκειμένω την κυβέρνηση Βενιζέλου, να αναπτύξει αντανακλαστικά και να ποινικοποιήσει κάθε κοινωνικό αγώνα που γίνεται. Παρακολουθούμε τον Ναπολέοντα και τους συντρόφους του να προσπαθούν να κινητοποιήσουν τον κόσμο βγει στο δρόμο και να διεκδικήσει, αν και συχνά πέφτουν πάνω στο πρόσωπο του αντικομμουνισμού που το ‘Ιδιώνυμο’ έχει καλλιεργήσει, τις πρώτες απειλές, την τρομοκρατία ενός συντηρητικού καθεστώτος και την προπαγάνδα που έχει ενορχηστρώσει περί κομμουνιστικής απειλής. Αυτά είναι τα αντανακλαστικά ενός κράτους υπό κατάρρευση, απέναντι σε ένα λαό εξαθλιωμένο, προκειμένου να τον κρατήσει σε καταστολή και να μην αντιδράσει και εξεγερθεί.

Ο Ναπολέων ξαναζώντας όλες αυτές τις στιγμές, τη συνδικαλιστική του δράση και την αγωνιστικότητα που είχε επιδείξει, επιβεβαιώνει και αυτή την τελευταία του νύχτα το δίκαιο του αγώνα του, ότι την ίδια απόκριση θα έδινε και πάλι, τους ίδιους αγώνες θα ξανάκανε, ακόμα κι αν γνώριζε την κατάληξη. Η στοχοποίηση του Ναπολέοντα δεν αργεί να έρθει, να απολυθεί από τη δουλειά του για τις ‘ανατρεπτικές’ του ιδέες και τη συνδικαλιστική του δράση και να επιστρέψει πίσω στο Ηράκλειο, να συνεχίσει εκεί τον αγώνα του, έχοντας όμως μπει στη μαύρη λίστα του καθεστώτος που τον περίμενε στη γωνία. Η μεγάλη πορεία της Πρωτομαγιάς του ’36 και η δύναμη του λαϊκού κινήματος από τη μία πλευρά, η άγρια καταστολή και η τρομοκρατία του καθεστώτος από την άλλη. Η σύλληψη στις 13 Ιουνίου του ’36 είναι αναπόφευκτη για τον ήρωα παρά τις επισημάνσεις για προσοχή των παλιών και την παρότρυνση τους να έβγαινε στην παρανομία.

Και φτάνουμε σε ένα έντονο συναισθηματικά σημείο της ιστορίας μας: τον αρραβώνα του Ναπολέοντα με τη Χαρά μέσα στο αστυνομικό τμήμα λίγο πριν πάρει το δρόμο για την εξορία. Με την παρουσία φίλων και συγγενών και τη νοητή παρουσία της μάνας του, γίνεται η συγκινητική τελετή που λήγει απότομα από τα χαιρέκακα ανθρωπάκια του συστήματος. Τα ζεστά συναισθήματα του αρραβώνα, η βαθιά αγάπη του ζευγαριού και η ελπίδα, διακόπτονται απότομα για να πάρει ο Ναπολέων το δρόμο της εξορίας στον Αη-Στράτη, και τον κρατάνε δυνατό και με σθένος στις κακουχίες που βιώνει.

Μετά τον χρόνο στον Αη-Στράτη, έρχεται η μεταφορά στην Ακροναυπλία, εξανεμίζοντας κάθε ελπίδα ελευθερίας, στο κολαστήριο του μεταξικού καθεστώτος για τους ‘επικίνδυνους εχθρούς’ του κράτους, η οποία γεμίζει συνεχώς με κομμουνιστές οι οποίοι προσπαθούν να μη λυγίσουν, να μην υπογράψουν παρά τις απάνθρωπες συνθήκες και τις φρικαλέες πράξεις των βασανιστών τους.

Παρατηρούμε το τραγελαφικό μεταξικό καθεστώς, ένα καθεστώς που καπηλεύεται την ιστορία καλλιεργώντας εθνικιστικές εξάρσεις, προσπαθώντας να αποπροσανατολίσει έναν εξαθλιωμένο και περιορισμένο λαό από τα προβλήματά του, ώστε να μην σηκώσει ποτέ κεφάλι. Σε αυτή την προπαγάνδα συνδέθηκε η κομμουνιστική απειλή ως ανθελληνική. Και πάνω σε αυτό δούλεψαν οι βασανιστές των κρατουμένων με ιδιαίτερο ζήλο και εφευρετικότητα. Ο αναγνώστης σοκαρισμένος διαβάζει ακραίες ιστορίες και ψυχολογικά βασανιστήρια ανθρώπων προκειμένου να λυγίσουν, καταραμένες ζωές και ιστορίες, ζωντανά λείψανα ανθρώπων που τα φρονήματά τους τους κατέστρεψαν τη ζωή.

Η συνάντηση του ήρωα με το Δημήτρη Γληνό, τον φωτισμένο δάσκαλο και αγωνιστή και η προσπάθειά του για το λαϊκό πανεπιστήμιο των τεχνών και των επιστημών, εγχείρημα το οποίο βρήκε την αντίδραση του καθεστώτος και τον οδήγησε στην Ακροναυπλία. Δεν εγκαταλείπει όμως και ακόμα μέσα στη φυλακή προσπαθεί να στήσει ένα σχολείο για τους κρατουμένους. Απέναντι σε κάτι τέτοιο βλέπουμε το φόβο του καθεστώτος για τη γνώση και τη μάθηση που μπορεί να προκαλέσουν την αφύπνιση και τη σθεναρή αντίσταση των φυλακισμένων, το οποίο σκληραίνει τη στάση του προβαίνοντας σε απόπειρα εναντίον του Γληνού με αποτέλεσμα τον εν ψυχρώ θάνατο ενός κρατουμένου.

Στη συνέχεια περιγράφεται ένα περιστατικό με ένα ρωσικό πλοίο, που δημιουργεί στους κρατούμενους την ψευδαίσθηση της βοήθειας και της απελευθέρωσης και στον αναγνώστη έναν συμβολισμό με τη μετέπειτα στάση της Σοβιετικής Ένωσης. Και ύστερα συνεχίζεται η διήγηση μικρών περιστατικών, συζητήσεων, της αλληλογραφίας με τη Χαρά, της λογοκρισίας, και των ατελέσφορων προσπαθειών της κοπέλας να δει τον ήρωα.

Και φτάνουμε στην κήρυξη του πολέμου, όπου αντί να επιτραπεί στους κρατουμένους να πάνε στο μέτωπο να πολεμήσουν όπως βαθιά επιθυμούσαν, τους εκβίαζαν για τη δήλωση με ακόμα μεγαλύτερη λύσσα, με αποτέλεσμα να παραμένουν εγκλωβισμένοι στην Ακροναυπλία και όταν μπαίνουν οι Γερμανοί στην Ελλάδα. Η συγκλονιστική υποψία ότι οι μεταξικοί θα τους παραδώσουν στους Ναζί δημιουργεί μεγάλη αναστάτωση στο στρατόπεδο, και όταν επιβεβαιώνεται προκαλεί μεγάλες εντάσεις. Παρακολουθούμε με φοβερή θλίψη την αλλαγή φρουράς στο στρατόπεδο, τις απίστευτες σκηνές της προδοτικής παράδοσης των κρατουμένων στη γερμανική μπότα που συνέθλιψε τα πάντα στο πέρασμά της. Η διοίκηση του στρατοπέδου σκληραίνει , οι κρατούμενοι πεινάνε, και η αγανάκτισή τους γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Παρόλες τις αντιξοότητες ο Ναπολέων διατηρεί την αισιοδοξία του και δε λυγίζει. Ελπίζει βαθιά ότι η ελευθερία και η δικαίωση δεν θα αργήσουν να έρθουν. Ονειρεύεται ότι θα ζήσει καλύτερες μέρες ελεύθερος στη φύση με την αγάπη του, όνειρο από το οποίο ξυπνά βίαια και επανέρχεται στην πραγματικότητα που τον μεταφέρει αρχικά στο στρατόπεδο των Τρικάλων και στη συνέχεια στης Λάρισας. Για άλλη μια φορά το μικρό προσφυγόπουλο περιπλανιέται αναγκαστικά και αυτός και οι σύντροφοί του παίρνουν πορεία εξόντωσης, καθώς ο φόβος των φασιστών για πιθανή απόδρασή τους είναι διάχυτος.

Τελευταίος σταθμός για τον ήρωα είναι η μεταφορά του στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου στις 3 Σεπτέμβρη του 1944, ύστερα από ένα πολυήμερο και κουραστικό ταξίδι στοιβαγμένος με τους άλλους σε φορτηγά βαγόνια, το οποίο ήταν συναισθηματικά φορτισμένο καθώς έρχονταν σε επαφή με κόσμο ύστερα από τα τόσα χρόνια της απομόνωσης. Η συνθηκολόγηση της Ιταλίας λίγες μέρες αργότερα δημιουργεί φρούδες ελπίδες στους φυλακισμένους του Χαϊδαρίου, ότι θα μπορούσαν να έχουν κάποια βοήθεια από αντιφασίστες Ιταλούς, και κάνουν την απόπειρα της απόδρασης που καταστέλλεται με τον χειρότερο τρόπο. Ύστερα από αυτό αναλαμβάνουν οι Γερμανοί το στρατόπεδο. Σχεδόν 8 χρόνια στην εξορία και τη φυλακή, μακριά από τους δικούς του ανθρώπους, ο νέος αυτός άντρας νιώθει αβάσταχτο πόνο, θλίψη, αδικία, και ενοχές για τη Χαρά που αναγκάστηκε και αυτή σε αυτές τις συνθήκες. Οι ελάχιστες στιγμές αγάπης όμως που ζει στο επισκεπτήριο είναι αρκετές να τον κρατήσουν όρθιο και να αναπτερώσουν το ηθικό και την ελπίδα του.

Οι μονόλογοι του Ναπολέοντα όπου ξεδιπλώνει τις σκέψεις του ολοένα και μεγαλώνουν, ξεδιπλώνοντας αντιθετικά συναισθήματα και εικόνες, ζωή και θάνατος, φως και σκοτάδι. Η αγωνίες των κρατουμένων και των συγγενών τους, η απόγνωση και τα ακραία συναισθήματα, μας προκαλούν βαθιά συγκίνηση. Το κουρέλιασμα της ανθρώπινης υπόστασης αναδεικνύεται πιο έντονα από ποτέ, καθώς και το μηδενικό κόστος της ζωής για τη φασιστική διοίκηση του στρατοπέδου. Έχοντας τελειώσει τις αναδρομές στο παρελθόν, έχει σχεδόν ξημερώσει η Πρωτομαγιά του 1944. Ύστερα από το μακρύτερο βράδυ της ζωής του, αυτό της αναπόλησης, ο Ναπολέων νιώθει πιο κοντά στο θάνατο, καθώς το σκληρό αυτό πρωινό ξεδιαλύνει τις εικόνες των αγαπημένων του προσώπων και τόπων. Οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν είναι εξίσου άσχημες με την ψυχολογία του αλλά και με τα γεγονότα που ακολουθούν.

Ο συγγραφέας με σύντομες και πιο κοφτές προτάσεις πλέον περιγράφει την προετοιμασία των κρατουμένων για το μοιραίο. Ο μαύρος κατάλογος και η ανάγνωσή των ονομάτων των 200 κομμουνιστών που θα εκτελεστούν ως αντίποινα για το θάνατο Γερμανών στρατιωτών. Ο κύκλος κοντεύει να κλείσει, όπως και ο κατάλογος που περιλαμβάνει τους Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές, τους βασανισμένους και κατατρεγμένους από το φασισμό αγωνιστές. Η αξιοπρέπεια και η όρθωση του αναστήματος αυτή τη δύσκολη και ακραία στιγμή, το βροντερό παρών στο θάνατο, συγκλονίζει τον αναγνώστη, τον κάνει να καρδιοχτυπά απέναντι σε αυτό το αρρωστημένο έγκλημα. Το άκουσμα του ονόματος του ήρωα, το νεύμα του διοικητή να παραμείνει λόγω της ιδιότητάς του ως διερμηνέα και ο συγκλονιστικός διάλογος μέχρι την απόφαση του Ναπολέοντα για την τελευταία του πράξη, τη πιο ‘μάταιη’ από όλες μας αφήνουν χωρίς ανάσα. Το βροντερό ‘αρνούμαι’ που ανατριχιάζει τον αναγνώστη, και κλονίζει μέχρι και τον φασίστα διοικητή. Η προσφορά ζωής που εκλαμβάνεται ως προσβολή από τον ήρωα και η ένωσή του με το υπόλοιπο τσούρμο των μελλοθανάτων.

Παρακολουθούμε με βουρκωμένα μάτια τους τελευταίους αποχαιρετισμούς, τα τελευταία σπαρακτικά λόγια πριν ξεκινήσει η πομπή θανάτου. Η μάχη του ήλιου στη διαδρομή με τα σύννεφα μπλέκει με τη μάχη ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο που γινόταν εκείνη την ώρα στις ψυχές των μελλοθανάτων. Η άφιξη στο σκοπευτήριο της Καισαριανής και οι φοβερές οπτικές και ακουστικές εικόνες που περιγράφουν τη διαδικασία της εκτέλεσης, η εναλλαγή των ομοβροντιών των όπλων με την εκκωφαντική νεκρική σιωπή που ακολουθούσε, μας προκαλούν πολύ έντονα συναισθήματα. Μέχρι που ήρθε και η σειρά του Ναπολέοντα.

Η φρικιαστική αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά, όπως περιγράφεται από τους ανθρώπους που περισυνέλεξαν τους νεκρούς, οι εικόνες των γυναικών της Καισαριανής να ραίνουν με λουλούδια το αίμα των θυσιασμένων που έτρεχε στο δρόμο από τα καμιόνια. Και το καλοσχεδιασμένο σχέδιο φτάνει στο τέλος του. Ο πόνος, η απόγνωση των συγγενών όταν το ανακαλύπτουν, όταν διαβάζουν τα τελευταία μηνύματα των εκτελεσθέντων. Το βράδυ πέφτει στο στρατόπεδο και στους έρημους πια θαλάμους, με τη θλίψη να πλανιέται, και τον αντίλαλο του σκοπευτηρίου να ακολουθεί. Οι σκιές, τα όνειρα, οι διαψεύσεις, όλα σε έναν κύκλο που έκλεισε για 200 αγωνιστές.

Το βιβλίο κλείνει κυκλικά όπως ξεκίνησαν και οι αναμνήσεις του Ναπολέοντα: με το μικρό παιδί, το προσφυγόπουλο που έφευγε να συναντήσει την αγαπημένη του μανούλα να του φτιάξει χαλβά, που έφευγε και κανένας δεν θα μπορούσε να του κάνει πια κακό, να το εξορίσει, να το βασανίσει.

Κλείνοντας κι εγώ από πλευράς μου θα ήθελα να βεβαιώσω τον αρχικό ισχυρισμό του συγγραφέα, ότι η ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη και των συντρόφων του δεν ήταν μια μάταιη πράξη. Καμία από τις θυσίες των κομμουνιστών δεν πήγε χαμένη, κάθε αγώνας και θυσία ήταν ένα σκαλί για την ελευθερία και τη δημοκρατία. Αυτό το ιστορικό μυθιστόρημα θα πρέπει να μας αφυπνίσει και να μας βάλει σε σοβαρές σκέψεις, να συνεχίσουμε κι εμείς από την πλευρά μας τις καθόλου μάταιες πράξεις και τους αγώνες με γνώμονα τις αξίες της Αριστεράς, για να βρουν δικαίωση οι θυσίες του παρελθόντος.

Ανάγνωση αποσπασμάτων από τη Μαρία Κανελλοπούλου

[vimeo 122378392]